S(w)ing, s(w)ing, s(w)ing, for it’s the birthday of the “King” (of Swing)

Αν βρεθείτε σε ένα swing πάρτυ και ξαφνικά ξεκινήσει να παίζει το

Benny Goodman, ο «βασιλιάς του swing», σηματοδότησε την έναρξη της Swing Era με τη συναυλία που δόθηκε με την μπάντα του στις 21 Αυγούστου 1935 στο Palomar Ballroom στο Λος Άντζελες.

Benny Goodman, ο «βασιλιάς του swing», σηματοδότησε την έναρξη της Swing Era με τη συναυλία που δόθηκε με την μπάντα του στις 21 Αυγούστου 1935 στο Palomar Ballroom στο Λος Άντζελες.

“Sing, Sing, Sing” του Benny Goodman (30 Μαΐου 1909 – 13 Ιουνίου 1986), θα το καταλάβετε από κάτι σαν σπίθα στα μάτια των παρισταμένων ή ένα ψιλογούρλωμα ενθουσιασμού. Ή, από μια ελαφρά απογοήτευση και συνοφρύωμα. Οι πρώτοι είναι συνήθως εμπειρότεροι χορευτές και χαίρονται επιδιδόμενοι σε μια σειρά από φιγούρες, ορισμένες φορές ιδιαίτερα θεαματικές. Οι δεύτεροι συνήθως είναι λιγότερο έμπειροι και ψιλοστενοχωριούνται, επειδή για τα επόμενα οκτώμιση λεπτά δε θα μπορέσουν να «βγάλουν» τα περίπου 3.765 beats per second στα οποία κορυφώνεται το κομμάτι από τη μέση και ύστερα. Το “Sing, Sing, Sing” αποτελεί κάτι σαν «ύμνο» στα πάρτυ swing, σαν σήμα – κατατεθέν, το απόλυτο κομμάτι στο οποίο γίνεται συνήθως jam circle: οι παριστάμενοι σχηματίζουν έναν κύκλο, στον οποίο στο κέντρο μπαίνουν εναλλάξ χορευτικά ζευγάρια για να χορέψουν ένα μέρος του κομματιού και… να κάνουν κι εκείνα το κομμάτι τους, καθώς οι υπόλοιποι χειροκροτούν στον ρυθμό.

Benny Goodman, ο «βασιλιάς του swing»

Ο Benny Goodman και η Big Band του.

Ο Benny Goodman και η Big Band του.

Το “απόλυτο” αυτό κομμάτι ανήκει σε έναν “απόλυτο” του μουσικού είδους: τον Benny Goodman ή αλλιώς “βασιλιά του σουίνγκ”. Βιρτουόζος κλαρινετίστας, με πάθος για την τελειότητα, απέκτησε το προσωνύμιο αυτό, λέγεται από τον Gene Krupa. Ωστόσο, δεν είναι λίγοι εκείνοι που εκτιμούν ότι κάπως αδίκως ένας λευκός πήρε τελικά το… “στέμμα”, τη στιγμή που εκείνη την περίοδο μεσουρανούσαν εξίσου ή ίσως και ακόμη πιο αξιόλογοι μαύροι μουσικοί με τις μπάντες τους, που επίσης έκαναν καριέρα στο διηνεκές.

Παιδί – «θαύμα» μουσικά, αλλά παράλληλα και παιδί πολυμελούς οικογένειας –ήταν το όγδοο από σύνολο δώδεκα παιδιών, από εβραϊκής καταγωγής γονείς, τον David Goodman και την Dora Rezinsky Goodman που είχαν μεταναστεύσει στις ΗΠΑ από την Πολωνία και τη Λιθουανία-, ο Benny Goodman σπούδασε για δύο χρόνια κλαρινέτο δίπλα στον Franz Schoepp, κορυφαίο δάσκαλο κλασικής μουσικής και μέλος της Συμφωνικής Ορχήστρας του Σικάγο. Η πρώτη του επαφή με τη μουσική, ωστόσο, έγινε στην ηλικία των δέκα ετών, όταν ο πατέρας του, που ήταν ράφτης και δύσκολα έβγαζαν τα προς το ζην, έστειλε εκείνον και δύο αδέλφια του στη Συναγωγή όπου παραδίδονταν δωρεάν μαθήματα μουσικής. «Μου έδωσαν το κλαρινέτο επειδή ήμουν ο πιο μικρός», φέρεται να είχε πει ο ίδιος.

Με πολύ καλή κλασική μουσική παιδεία, μεγάλωσε ανάμεσα σε οπαδούς της κλασικής jazz, αλλά, ως πνεύμα ανήσυχο που ήταν, δημιούργησε τον δικό του ήχο σχηματίζοντας τη δική του μπάντα το 1934. Ήταν ο »υπεύθυνος» για την πρώτη συναυλία jazz στο Carnegie Hall της Νέας Υόρκης το 1938, όταν έφτασε και στο απόγειο της φήμης του στη δεκαετία του 1930. Ήταν την ίδια χρονιά που σημείωσε 14 top ten επιτυχίες, μεταξύ των οποίων και το “Sing Sing Sing (With A Swing)”. Πολύ μεθοδικός και πειθαρχημένος σαν αρχηγός ορχήστρας, θεωρήθηκε απο τους πλέον επιτυχημένους band leader. Ακόμα κι αν είχε »γκρίνιες» , απο πολλούς μουσικούς που τον πλαισίωναν, εξαιτίας της σχολαστικότητάς του, εξασφάλιζε πάντα την καλύτερη δυνατή ποιότητα στις δουλειές του.

 

Η αρχή της «Swing Era»

Ένα μέρος της Ιστορίας της jazz γράφτηκε το βράδυ της 21ης Αυγούστου του 1935, όταν ο Benny Goodman και η ορχήστρα του έφτασαν στο Palomar Ballroom στο Λος Άντζελες. Η ανά τις ΗΠΑ περιοδεία τους μέχρι εκείνη τη στιγμή ήταν σκέτη καταστροφή. Ο λόγος; Εκείνος και η μπάντα του συμμετείχαν σε ένα εβδομαδιαίο ραδιοφωνικό σόου του ΝΒC ονόματι «Let’s Dance», ωστόσο η τρίωρη διαφορά ώρας στην μετάδοσή του από την Δυτική στην Ανατολική Ακτή των ΗΠΑ επηρέαζε τη δημοτικότητά του.

Αδιαφορώντας για τις συνέπειες, ο Goodman ξεκίνησε το σόου στο Palomar με ένα απο τα πιο »καυτά» του κομμάτια, το “One O’ Clock Jump”. Αντί να χορέψει, το κατά κύριο λόγο νεανικό κοινό που είχε συνωστιστεί για να τους ακούσει, επιδόθηκε σ’ αυτό που οι δημοσιογράφοι θα περιέγραφαν αργότερα ως “την πρώτη εξέγερση του Rock ‘n’ Roll”. Από εκείνη τη στιγμή ο Goodman έγινε ο «Βασιλιάς του Swing» και η βραδιά εκείνη σηματοδότησε την αρχή της Swing Era.

Η Ella Fitzgerald με τον Benny Goodman περίπου το 1950 (Φωτό: Michael Ochs Archives/Getty Images)

Η Ella Fitzgerald με τον Benny Goodman περίπου το 1950 (Φωτό: Michael Ochs Archives/Getty Images)

Συνεργάστηκε με πολύ καλούς μουσικούς όπως οι Gene Krupa, Harry James, Teddy Wilson, Lionel Hampton, Charlie Christian, Cootie Williams, Louis Armstrong, Billie Hoiday, Ella Fitzgerald, Count Basie, κλπ. Οι δύο πρώτοι έφυγαν το 1939 από κοντά του και σχημάτισαν δικές τους μπάντες. Την ίδια περίοδο, ο Benny Goodman είχε αρχίσει να έχει έντονο ανταγωνισμό από νεοεμφανιζόμενους μουσικούς, όπως ο Artie Shaw, ο Tommy Dorsey και ο Glenn Miller, ενώ στις αρχές της δεκαετίας του 1940 τα πράγματα πήραν άλλη τροπή. Από τη μία ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος έβαλε “φρένο” σε τέτοιες δραστηριότητες, από την άλλη χρειάστηκε να κάνει μια επέμβαση στη σπονδυλική στήλη λόγω δισκοπάθειας (slipped disc αγγλιστί, όπως και ένα πολύ κεφάτο ομώνυμο κομμάτι του που υποδέχεται τους επισκέπτες στην ιστοσελίδα του www.bennygoodman.com).

Όπως συνέβη με αρκετούς big band leaders, διέλυσε κι εκείνος την μπάντα του και μετά τον πόλεμο, έκανε ένα νέο ξεκίνημα. Στα τέλη της δεκαετίας του ’40 στράφηκε ξανά στην κλασική μουσική. Είχε ήδη ηχογραφήσει τη δεκαετία του ’30 το κουιντέτο για κλαρινέτο του Μότσαρτ, και παράλληλα είχε εμφανιστεί με τις περισσότερες μεγάλες ορχήστρες κλασικής μουσικής στις ΗΠΑ, ενώ συνεργάστηκε με τον Μπέλα Μπάρτοκ, τον Άαρον Κάπλαντ και εκτέλεσε έργα του Στραβίνσκυ και του Λέοναρντ Μπέρνσταϊν.

Με τους (από αριστερά) Charlie Barnett, Tommy Dorsey, ο ίδιος, Louis Armstrong, Lionel Hampton σε σκηνή από την ταινία "A Song Ig Born" του 1948. Στο φιλμ εμφανίζονταν επίσης οι Mel Powell, Alton Hendrickson, Louis Bellson, Harry Babasin, Russo & the Samba Kings, Golden Gate Quartet.

Με τους (από αριστερά) Charlie Barnett, Tommy Dorsey, ο ίδιος, Louis Armstrong, Lionel Hampton σε σκηνή από την ταινία «A Song Is Born» του 1948. Στο φιλμ εμφανίζονταν επίσης οι Mel Powell, Alton Hendrickson, Louis Bellson, Harry Babasin, Russo & the Samba Kings, Golden Gate Quartet.

Τον Νοέμβριο του 1950 επανακυκλοφόρησε ηχογράφηση του 1938 στο Carnegie Hall , το “Carnegie Hall Jazz Concert Vol 1 & 2”, για να ακολουθήσει το 1952 άλμπουμ με πρόβες της μπάντας πριν από ραδιοφωνικά σόου, οι οποίες, κατά τους ειδικούς, κάποιες φορές είναι καλύτερες από την εκπεμφθείσα εκτέλεση. Στα μέσα της δεκαετίας του ΄50 περιόδευσε στην Άπω Ανατολή και την ίδια περίοδο γυρίστηκε η βιογραφία του σε ταινία, με τίτλο “The Benny Goodman Story” με τον Στηβ Άλλεν να τον υποδύεται και ορίτζιναλ μουσική του ίδιου του Goodman. Το 1962 βρέθηκε στην τότε Σοβιετική Ένωση. Το 1963 η RCA Victor διοργάνωσε μια επανασύνδεση του κουαρτέτου του Goodman όπως ήταν τη δεκαετία του 1930, φέρνοντας ξανά μαζί στο στούντιο εκείνον, τον Gene Krupa, τον Teddy Wilson και τον Lionel Hampton για το “Together Again!” που κυκλοφόρησε το 1964. Το 1978

O Benny Goodman σε μεγαλύτερη ηλικία.

O Benny Goodman σε μεγαλύτερη ηλικία.

έδωσε ξανά επετειακή συναυλία στο Carnegie Hall με αφορμή τη συμπλήρωση σαράντα ετών από την ιστορική πρώτη του εκεί και το 1982 βραβεύτηκε από το Kennedy Center Honor.

Οι περισσότερες ηχογραφήσεις του είναι με την Columbia και την RCA Victor, ωστόσο κομμάτια από την προσωπική του συλλογή έχουν κυκλοφορήσει από τη Music Masters, όπως σημειώνει το allmusic.com.

Ο Benny Goodman πέθανε από καρδιακή προσβολή σε ηλικία 77 ετών. Την ημέρα εκείνη, σύμφωνα με τη Britannica, δούλευε επάνω σε μια σονάτα του Μπραμς.

 

Ιφιγένεια Διαμάντη με πληροφορίες από allmusic.com, Britannica.com, Bennygoodman.com

Copyright: Ιφιγένεια Διαμάντη / Swing in Greece – All rights reserved ©

 

Advertisements