Ενας Αμερικανος στο Παρισι

«Αθόρυβος» αλλά με τον πολύ ιδιαίτερο ήχο του, ο Sidney Bechet καθιέρωσε το σοπράνο σαξόφωνο στην jazz.

«Αθόρυβος» αλλά με τον πολύ ιδιαίτερο ήχο του, ο Sidney Bechet καθιέρωσε το σοπράνο σαξόφωνο στην jazz.

Βιρτουόζος του σοπράνο σαξοφώνου, «βασιλιάς» του σοπράνο σαξοφώνου, δεξιοτέχνης κλαρινετίστας. Όποια βιογραφία κι αν διαβάσεις για τον Κρεολό Sidney (Joseph) Bechet (Μπεσhέι), συνοδεύεται από τους παραπάνω χαρακτηρισμούς. Γεννήθηκε στις 14 Μαΐου 1897 στη Λουιζιάνα της Νέας Ορλεάνης και πέθανε ανήμερα των 62ων γενεθλίων του, το 1959 στο Παρίσι από καρκίνο των πνευμόνων. Θεωρείται ότι άφησε έντονο το στίγμα του στον τρόπο με τον οποίο παίζεται το σοπράνο σαξόφωνο και το κλαρινέτο και επηρέασε μια πλειάδα μεταγενέστερων μουσικών της jazz, όπως οι Johnny Hodges, John Coltrane, Wayne Shorter, Bob Wilber και Branford Marsalis, σύμφωνα με το NPR (στις ΗΠΑ το National Public Radio είναι αντίστοιχο της «συγχωρεμένης» ΕΡΑ). Μαζί με τον Louis Armstrong, δεξιοτέχνη της τρομπέτας, ήταν από τους πρώτους που αυτοσχεδίασαν σε jazz – swing «νερά», ενώ η τριάδα Armstrong – Bechet – King Oliver συγκαταλέγεται στο πάνθεον των σπουδαιότερων μουσικών καταγόμενων από τη Νέα Ορλεάνη.

Η μουσική περιτριγύριζε τον Bechet από τα παιδικά του χρόνια, καθώς σχεδόν όλοι στην πολυμελή οικογένειά του έπαιζαν κάποιο μουσικό όργανο. Ο πατέρας του φλάουτο και δύο από τα άλλα τέσσερα αδέλφια του κλαρινέτο, τρομπόνι και σαξόφωνο. Η έμφυτη κλίση του στη μουσική, που κάνει κάποιους να τον αποκαλούν «παιδί – θαύμα», είχε ως αποτέλεσμα να παίζει επαγγελματικά ήδη από την ηλικία των 13 ετών. Kατά βάσιν αυτοδίδακτος, μαθήτευσε, ωστόσο, δίπλα σε μεγαλύτερους κλαρινετίστες (Lorenzo Tio Jr., Big Eye Nelson, George Baquet). Το 1917 πήγε στο Σικάγο και το 1919 στη Νέα Υόρκη. Την ίδια χρονιά, έγινε μέλος της Southern Syncopated Orchestra και ταξίδεψε μαζί της στην Ευρώπη. Η ορχήστρα αυτή έπαιζε κυρίως συναυλιακή μουσική με πολύ συγκεκριμένη ενορχήστρωση, ωστόσο «επέτρεπε» στον Bechet, ο οποίος δεν ήξερε να διαβάζει νότες και παρτιτούρες, να αυτοσχεδιάζει σε blues. Σε μια συναυλία τους στο Λονδίνο, ο διακεκριμένος Ελβετός μαέστρος Έρνεστ Άνσερμετ -ο οποίος διηύθυνε τη μουσική του Στραβίνσκι για τα περίφημα Ρωσικά Μπαλέτα που μεσουρανούσαν στην Ευρώπη μεταξύ 1909 και 1929- άκουσε την ορχήστρα και έγραψε διθυράμβους για τον Bechet, αποκαλώντας τον «εξαιρετικό βιρτουόζο του κλαρινέτου» και «ιδιοφυή καλλιτέχνη». Το 1924 συνεργάστηκε με την ορχήστρα του Duke Ellington, ο οποίος θαύμαζε τον Bechet ώς μουσικό. Την ίδια χρονιά και το 1925, o Bechet συνεργάστηκε με τον Louis Armstrong σε μια σειρά ηχογραφήσεων υπό τον τίτλο Clarence Williams’s Blue Five και The Red Onion Jazz Babies, οι οποίες αποτελούν ακρογωνιαίο λίθο της jazz της Νέας Ορλεάνης, και επηρέασαν αρκετούς μουσικούς της εποχής.

Τα επόμενα δέκα χρόνια βρήκαν τον Bechet μεταξύ Ευρώπης και ΗΠΑ. Προς το τέλος της δεκαετίας του ’20 και καθώς τα μουσικά στυλ μεταβάλλονταν, πέρασε στην αφάνεια, για να επανέλθει το 1932, σχηματίζοντας μαζί με τον τρομπετίστα Tommy Ladnier τους New Orleans Feetwarmers. Το σχήμα δεν ευτύχησε να μεγαλουργήσει, και έτσι, ο Bechet με τον Ladnier, έστησαν ένα ραφείο ή κατά άλλους καθαριστήριο, το οποίο μπορεί να μην πήγαινε επίσης καλά από δουλειά, αλλά υπήρχαν φορές που στήνονταν αυτοσχέδια jam. Από το 1928 και για μια δεκαετία, έπαιζε στη Noble Sissle Band, ενώ το 1938 ηχογράφησε το Summertime το οποίο έγινε επιτυχία και λίγο αργότερα υπέγραψε στη δισκογραφική Bluebird όπου ηχογράφησε για την επόμενη τριετία. Μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, το 1945 αποπειράθηκε να διδάξει, χωρίς εμπορική απήχηση, ωστόσο, ο μαθητής του Bob Wilber έγινε πιστός ακόλουθός του και προστατευόμενός του.

Η τύχη του άρχισε να αλλάζει το 1949, όταν τον κάλεσαν στη

Στις αρχές της δεκαετίας του '50 ο Sidney Bechet μετακόμισε στη Γαλλία όπου και έμεινε έως το τέλος της ζωής του το 1959, κερδίζοντας στην Ευρώπη την αναγνώριση που δεν ευτύχησε να δει στη γενέτειρά του, τις ΗΠΑ.

Στις αρχές της δεκαετίας του ’50 ο Sidney Bechet μετακόμισε στη Γαλλία όπου και έμεινε έως το τέλος της ζωής του το 1959, κερδίζοντας στην Ευρώπη την αναγνώριση που δεν ευτύχησε να δει στη γενέτειρά του, τις ΗΠΑ.

Γαλλία στο Salle Pleyel Jazz Festival, όπου η παρουσία του έκανε αίσθηση, γεγονός που τον έκανε να μετακομίσει μόνιμα πλέον στο Παρίσι μέχρι το τέλος της ζωής του. Μέσα σε δύο χρόνια από το 1949, είχε αναδειχθεί σε μεγάλη προσωπικότητα στη Γαλλία σε αντίθεση με τις ΗΠΑ, όπου ποτέ δε γνώρισε τόση δημοφιλία. Μάλιστα, όπως σημειώνει η Britannica, μέχρι το τέλος της ζωής του ήταν εξίσου αγαπητός και διάσημος με Γάλλους εκπροσώπους των Τεχνών, όπως ο Maurice Chevallier και ο Jean Cocteau. Πολλές από τις συνθέσεις του διαπνέονται από την αγάπη του για τη δεύτερη πατρίδα του, όπως οι Petit Fleur, Rue des Champs Elysees, Si tous vois ma mere, ενώ μεταξύ άλλων συνθέσεών του είναι οι Chant in the Night, Blues in the Air, Bechet’s Fantasy. Το 1997 συστήθηκε η Sidney Bechet Appreciation Society, σκοπός της οποίας είναι η διάδοση του έργου του.

Προσωπικά, χαίρομαι που έμαθα για τον Sidney Bechet. Κομμάτια του, όπως το «Blues My Naughty Sweetie Gives to Me» πρωτοάκουσα σε μαθήματα swing και χαίρομαι που αυτό αποτέλεσε αφορμή να διευρύνω τα ακούσματά μου.

 

Ιφιγένεια Διαμάντη με πληροφορίες από allmusic, Britannica, NPR, jazz.com, sidneybechet.org

 

Advertisements